Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Ποιος είμαι.



Δεν πρέπει να στρέφουμε την μήνιν μας σε ιδεολογίες, κοσμοθεωρίες, θρησκείες και θεσμούς, αλλά στους ανάξιους ή υποκριτές «εκπροσώπους» και υποστηρικτές τους, επίσημους ή αυτόκλητους.


Επειδή είναι Απρίλης. Επειδή το παρόν ιστολόγιο έκλεισε χρόνο. Επειδή η «Εθνοσωτήριος» πλησιάζει. Επειδή έχω λάβει πολλά επικριτικά ή υβριστικά μηνύματα, όπου διάφοροι με χαρακτηρίζουν από «φασίστα» (οι περισσότεροι) έως «κομμουνιστή» (καθένας με τον πόνο του), αλλά και αρκετά υποστηρικτικά όπου, μεταξύ άλλων, μερικοί με θεωρούν «δικό τους» ήτοι θαυμαστή των τανκς, επιθυμώ να σας πω ποιος είμαι, χωρίς ονοματεπώνυμο επί του παρόντος.


Είμαι αυτός …

Ή μάλλον ο γιός αυτού:


Το κωλόχαρτο που βλέπετε στην εικόνα, είναι ένα από τα πολλά που τα σκατοκέφαλα Απριλιανά καθάρματα έστειλαν στον πατέρα μου το 1968, όταν τον απέλυσαν από δημόσιο υπάλληλο, αφήνοντάς τον άνεργο, με γυναίκα «οικιακά» και παιδιά στο σχολείο. Αφαίρεσα στοιχεία, για ευνόητους λόγους, άφησα όμως τα ψεύδη και την εμπάθεια. Δεν θα συνεχίσω με λεπτομέρειες. Μπορείτε να φανταστείτε τη συνέχεια. Ακολούθησε τουλάχιστον μια δεκαετία ανέχειας και απομόνωσης (για πολλούς η μεταπολίτευση δεν ήρθε το ’74 και η «αποκατάστασή» τους από τη «δημοκρατία» είχε χαρακτήρα αλείμματος με λάδι τού Γιάννη που κάηκε).


Όπως βλέπετε, είμαι σε θέση να γνωρίζω από πρώτο χέρι, στο πετσί μου, τι σημαίνει να μένεις στο δρόμο, φτωχός και περιθωριοποιημένος, επειδή είσαι δημοκράτης. Τι σημαίνει φασισμός και τι δικτατορία. Τι σημαίνει μπάτσος και τι ρουφιάνος. Τι σημαίνει καθεστωτική κακουργία και αυθαιρεσία, με την απειλή των όπλων και την κάλυψη του παρακράτους.

Γνωρίζω επίσης πολύ καλά τι σημαίνει ψεύτικος αντιστασιακός, τι αγωνιστής εκ του ασφαλούς, τι γιαλαντζί αριστερός και τι δημοκράτης της πλάκας. Είδα πολλούς από δαύτους. Ήταν αρχικά συνοδοιπόροι του πατέρα μου, μεταμορφώθηκαν όμως εν μία νυκτί. Τη νύχτα της 20ης Απρίλη του 1967 κοιμήθηκαν «αριστεροί», «προοδευτικοί», «δημοκράτες» κλπ (τότε η «οικολογία» και ο «αντιρατσισμός» δεν ήταν της μόδας) και την αυγή της επομένης ξύπνησαν συνομιλητές ή και αβανταδόροι της χούντας. Και βέβαια όταν η «εθνική κυβέρνησις» πήρε την κατιούσα (Πολυτεχνείο, Κύπρος), με την ίδια ευκολία ξανάγιναν «παιδιά του λαού», για να τους υποστούμε τελικά κι αυτούς και τους κλώνους τους επί δεκαετίες. Μέχρι σήμερα.

Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός, ο πατέρας μου, ο μελετητής Πλάτωνα και Αριστοτέλη με υψηλό μαθηματικό υπόβαθρο, ο αφανής λαϊκός αγωνιστής, ο οποίος πάντως δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής, με δίδαξε μερικά βασικά πράγματα.

Με δίδαξε ότι η ουσία λόγων και έργων είναι το παν και όχι το ποιος ομιλεί ή ποιος πράττει. Ότι η αξία ορθών λόγων και σωστών πράξεων δεν μειώνεται ούτε κατ’ ελάχιστον όταν γίνονται από αχρείους, ούτε όμως μπορεί να τους εξαγνίσει. Ότι σοφές δηλώσεις ή σώφρονες κινήσεις, ανεξάρτητα με το αν γίνονται για το θεαθήναι ή προβοκατόρικα ή για ταπεινούς ιδιοτελείς σκοπούς, διατηρούν το υψηλό νόημά τους, χωρίς να δικαιώνουν το βίο και την πολιτεία των τιποτένιων που προέβησαν σ’ αυτές. Κι από την άλλη, «αμαρτωλά» λόγια και έργα δεν καθαγιάζονται όταν γίνονται από ανθρώπους με έντιμο, δημοκρατικό ή και αγωνιστικό πρότερο βίο. Έτσι, η μετάλλαξη των αντιστασιακών και η εξαργύρωση μαχών και θυσιών, δεν ακυρώνει τις τελευταίες, αλλά στερεί από τους ίδιους και τις δάφνες τους και το σεβασμό μας.

Όταν λοιπόν παράφρονες Αμερικανοκίνητοι στρατιωτικοί καταλύουν το Σύνταγμα επικαλούμενοι Πατρίδα, Θρησκεία και Οικογένεια και λογής-λογής πατριδοκάπηλοι στήνουν επιχειρήσεις επί αυτών, δυσφημώντας τα ιερά και τα όσια των Ελλήνων, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο λαός θα πρέπει να εκχωρήσει τη χρήση ή ακόμα χειρότερα να μισήσει τα ύψιστα αυτά ιδανικά και τις παραδόσεις του.
Όταν διάφορα «νούμερα» (συνήθως μηδενικά) κάνουν αντίσταση σε απολυταρχικά καθεστώτα, όχι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά επειδή δεν μπορούν να απολαμβάνουν την πρέζα και την παρτούζα τους, αυτό σε καμία περίπτωση δεν τα μετατρέπει σε λαϊκούς αγωνιστές.
Όταν πραγματικοί ιδεολόγοι και μαχητές, που εναντιώθηκαν σε μονάρχες, κατακτητές και πλανητικούς χωροφύλακες, φωνάζοντας «1-1-4» και «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία», ενσωματώνονται σταδιακά στο σύστημα που πολέμησαν, μετατρεπόμενοι σε καθεστωτικά γρανάζια με το αζημίωτο (οφίτσια ή χρήμα), χάνουν την ιδιότητα του αγωνιστή, διότι αυτή αντικαθίσταται από την ιδιότητα του στυγνού εξουσιαστή, τα συνθήματά τους όμως παραμένουν ισχυρά και το περιεχόμενό τους αδιαπραγμάτευτο.
Όταν σιχαμεροί πολιτικάντηδες δυσφημούν τη δημοκρατία, αυτοί και μόνον αυτοί πρέπει να τιμωρηθούν και όχι το άριστο των πολιτευμάτων.
Όταν μαρξιστές χειροκροτούν επελάσεις τανκς, παλινορθώνουν αιμοσταγείς δικτάτορες και απαιτούν μαζικές νομιμοποιήσεις εποίκων, γκάνγκστερς και τυχοδιωκτών επειδή είναι «ταξικά αδέλφια» τους, τα ανεγκέφαλα κρανία τους είναι που φταίνε και όχι ο Μαρξ.
Όταν ανεπάγγελτοι φλώροι, κομπορρήμονες πανεπιστημιακοί, φαφλατάδες διανοούμενοι, απόβλητοι μηδενιστές και κρατικοδίαιτες πουτανίτσες δηλώνουν αριστεροί, ενώ ξερνάνε ανθελληνισμό και τα δίνουν όλα για τη διάσπαση του κοινωνικού ιστού, θεοποιώντας την εξαίρεση και αρνούμενοι τον κανόνα, τα διεστραμμένα μυαλά τους είναι για φτύσιμο και όχι η αριστερά.
Όταν ορδές από χουλιγκάνια και πρακτόρια παριστάνουν τους αναρχικούς καταστρέφοντας δημόσια και ιδιωτική περιουσία, δεν είναι η καθόλα σεβαστή ιδεολογία τού αναρχισμού το πρόβλημα, αλλά τα αφεντικά τους.
Όταν μισάνθρωποι και αντικοινωνικά κτήνη, γηγενείς και έποικοι (πλέον παλαιοϊθαγενείς και νεοϊθαγενείς), βιάζουν, ληστεύουν και δολοφονούν επικαλούμενοι τη «φτώχεια», τον «αποκλεισμό» και τον «κατατρεγμό» τους, η κακούργα φύση τους είναι υπεύθυνη και όχι η «κακούργα κοινωνία».
Όταν διαπλεκόμενοι ρασοφόροι υπακούουν στις εντολές των ιερατείων τής παγκοσμιοποίησης και όχι στις εντολές τού Υψίστου, ρίχνοντας το ποίμνιό τους στους λάκκους των σύγχρονων λεόντων, η αναξιότητά τους πρέπει να κατηγορείται και όχι η θρησκεία.
Όταν άκαπνοι ανώτατοι αξιωματικοί επιδεικνύουν παράσημα του γλυκού νερού και γλείφουν πολιτικούς για ένα επιπλέον γαλόνι, μια θέση στρατιωτικού ακολούθου ή πολιτική καριέρα, τα λιγούρικα σαρκία τους χρήζουν περιφρόνησης και όχι ο ένδοξος ελληνικός στρατός.

Δεν πρέπει δηλαδή να στρέφουμε την μήνιν μας σε ιδεολογίες, κοσμοθεωρίες, θρησκείες και θεσμούς, αλλά στους ανάξιους ή υποκριτές «εκπροσώπους» και υποστηρικτές τους, επίσημους ή αυτόκλητους.

Αυτός είμαι λοιπόν και αυτά πρεσβεύω.

Σταματήστε λοιπόν οι νοσταλγοί της χούντας, οι υμνητές των ξενόδουλων, οι χειροκροτητές των βασανιστών αλλά και οι κοσμοπολίτες κουλτουριάρηδες, οι επιδοτούμενοι αντιφασίστες-αντιρατσιστές και οι κομπλεξικοί ανθέλληνες να με ενοχλείτε.

Καθεστωτικοί είστε όλοι. Κρατικοί και παρακρατικοί. Άλλοι τέως και άλλοι νυν. Το φαύλο καθεστώς που σας τρέφει, μόνιμος εχθρός μου από τότε που γεννήθηκα, δεν άλλαξε. Απλώς έβαλε τα ρούχα αλλιώς. Από εθνικοφροσύνη τώρα σερβίρει εθνομηδενισμό. Από ελληνοπρέπεια τώρα πουλάει πολυπολιτισμικότητα. Από πουριτανισμό τώρα πλασάρει αμοραλισμό. Από καθαρότητα τώρα επιβάλλει επιμειξία.

Βουλώστε το λοιπόν κι ακούστε.

Είμαι Έλληνας, Πατριώτης και Δημοκράτης.

Είμαι ο Αριστείδης και γαμώ το κράτος και το παρακράτος σας.