Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

«Φούτσε! Έχει φούτσε;». Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία.



Το κρύο της Τρίπολης είναι βαρύ. Όλοι το λένε. Και οι ντόπιοι και οι επισκέπτες. Αδυνατούσα να καταλάβω την αξία μιας τέτοιας διαπίστωσης (τι στο καλό· το πολύ κρύο είναι παντού βαρύ, γιατί τέτοια προκατάληψη με την Τρίπολη;). Μέχρι που πήγα και σ’ άλλα μέρη, ντόπια και ξένα, με πολύ κρύο. Έκτοτε αναφωνώ κι εγώ μαζί με τους άλλους: «Το κρύο της Τρίπολης είναι βαρύ.». 

Τρίπολη λοιπόν. Περίπου 60 χρόνια πριν. Παραμονή Χριστουγέννων. Μεσημεράκι. Βοριάς παγωμένος, το Μαίναλο κάτασπρο από το χιόνι, πυκνές νιφάδες χιονιού πέφτουν και μέσα στην πόλη και γενικά … (μαντέψτε…) … κρύο βαρύ! 

Στην πλατεία ΑγιοΒασίλη πολλοί οι διαβάτες, όλοι βιαστικοί, όλοι πολυάσχολοι. Νοικοκυρές και συνταξιούχοι για τα τελευταία ψώνια, κάτι πιτσιρικάδες αγωνίζονται να βρουν κάποιον που δεν του τα ‘πανε ακόμα (τα Κάλαντα) για να κονομίσουν καμιά δεκάρα, κτλ κτλ. 

Οι δύο νεαρές κοπέλες, κουκουλωμένες μέχρι τ’ αυτιά μέσα στα φθαρμένα πανωφόρια τους, έχουν τελειώσει τα ψώνια και τρέχουν για το σπίτι. Παγωμένες αλλά γελαστές, οι δυό αδελφές πηγαίνουν να ετοιμάσουν το γιορτινό τραπέζι, ανέμελες και ευτυχείς. Και η ευτυχία τους αυτή δεν πηγάζει από πλούτη … 

Η μικρότερη από τις δύο σταματάει ξαφνικά. Μες στο χιόνι και παρά τον αέρα παρατηρεί κάτι παράξενο. Κάτι αλλόκοτο υπάρχει στην πλατεία, κάτι εντελώς αταίριαστο με το υπόλοιπο σκηνικό. Σε πλήρη αντίθεση με τη διάχυτη και διαρκή κίνηση που επιβάλει το βαρύ κρύο, μια μικρή φιγούρα είναι εντελώς ακίνητη. Για πολλή ώρα. 

Ένα τόσο δα ανθρωπάκι. Ένα παιδάκι. Ένα γυφτάκι. 

Βρίσκεται μπροστά στο περίπτερο. Δεν το κουνάει από κει. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον περιπτερά. Απλώνει το χεράκι του και κάτι λέει. Ξανά και ξανά. 

Μάταια. Εκείνος είναι κλεισμένος στο περίπτερο, προσπαθώντας να ζεσταθεί μ’ ένα μαγκάλι με κάρβουνα. Έχει κλείσει ακόμη και το τζαμάκι. Ούτως ή άλλως και με ανοιχτό το τζαμάκι η προσπάθεια του μικρού θα ήταν καταδικασμένη. Η παιδική φωνούλα παρασέρνεται από τον βοριά και το μικρό κορμάκι είναι αόρατο από το εσωτερικό του περιπτέρου. 

Οι κοπέλες πλησιάζουν. Το σοκ είναι μεγάλο. 

Το γυφτάκι είναι ολομόναχο και ρακένδυτο. Στο τεντωμένο χεράκι του κρατάει μια δεκάρα (από κείνες με την τρύπα στη μέση· τις θυμάστε;) και επαναλαμβάνει μονότονα την ίδια ερώτηση: 

«Φούτσε! Έχει φούτσε;». («Φούσκες! Έχεις φούσκες;»). 

Είναι κάτι στιγμές που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις. Ιλαροτραγικές. Αν τα κάνεις και τα δύο ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα λέγεται κλαυσίγελως. 

Σ΄αυτή τη θέση βρέθηκαν οι κοπέλες μας. Ένα παγωμένο και πεινασμένο παιδάκι, χωρίς καμία επίβλεψη ενηλίκου, αψηφά κρύο και πείνα και επιχειρεί να ξοδέψει όλο του το βιός για να αγοράσει … μπαλόνια!!! 

Δεν δίνει δεκάρα για τον χιονιά. Δεν δίνει δεκάρα για την άδεια του κοιλίτσα. Δίνει όμως τη μία και μοναδική του δεκάρα για «φούτσε»! 

Κάθε προσπάθεια που κατέβαλαν οι κοπέλες μας για να πείσουν το γυφτάκι να μπει κάπου για να προφυλαχθεί από το κρύο και για να μην ξοδέψει το υστέρημά του σε ... φούσκες, απέβη άκαρπη. Ο μικρός ήταν ανένδοτος. Παγωμένες κι αυτές και πεινασμένες ξεκίνησαν απογοητευμένες να φύγουν, όταν προς ανακούφισή τους έτρεξε άλλος διαβάτης. Άνδρας αυτός και αυστηρός, ωστόσο δεν φαινόταν να καταφέρνει πολλά πράγματα, ενόσω οι δεσποινίδες απομακρύνονταν. Ο γυφτάκος είχε αποφασίσει να διεκδικήσει μέχρις εσχάτων το δικαίωμά του στην ευτυχία, όπως εκείνος την εννοούσε. 

Οι κοπέλες δεν έμαθαν ποτέ τι απέγινε το γυφτάκι. Αργότερα όμως, το ίδιο βράδυ, καθισμένες με τον μικρότερο αδελφό τους στο γιορτινό τραπέζι, αναλογίστηκαν πόσο ευτυχισμένες ήταν. Νέες και όμορφες, είχαν όλη την ζωή μπροστά τους. Χρήματα και καλούδια δεν είχαν, είχαν όμως ένα καμαράκι με μικρό ενοίκιο, μια ξυλόσομπα-αντίδοτο στο βαρύ κρύο κι ένα τσουκάλι με όσπρια και λαδερά. Είχαν αφήσει πίσω τους, στο χωριουδάκι της ορεινής Αρκαδίας, τη φτώχεια και τη μιζέρια, το φτωχοκάλυβο, τη στρωματσάδα για έξι παιδιά, το λιγοστό φαΐ και την ανύπαρκτη θέρμανση. Ο καλός Θεός είχε φροντίσει να βρει δουλειά στη Μακεδονία ο μεγάλος τους αδελφός, ο επιστήμονας, και να καλοπαντρευτεί (με δάσκαλο!) η μεγάλη τους αδελφή. Η βοήθεια απ’ αυτούς, σε συνδυασμό με τα μεροκάματα του μικρού αδελφού ήταν αλάνθαστα σημάδια Θείας Πρόνοιας. 

Η μικρότερη από τις κοπέλες, η πολυαγαπημένη μου θεία, ταξίδεψε λίγα χρόνια αργότερα για τον Παράδεισο (είμαι σίγουρος), η μεγαλύτερη όμως, η γερόντισσα πλέον μάνα μου, συνεχίζει (υπό καθεστώς κλαυσιγέλωτος) να διηγείται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες την παραπάνω ιστοριούλα. 

Σας τη μεταφέρω αυτούσια και μαζί με τις ευχές μου, παρακαλώ σας. 

Παρακαλώ σας, σκεφθείτε. Κανείς δεν πρέπει να δηλητηριάζει τη νιότη του, την υγεία του, τη ζωή του εντέλει, κυνηγώντας υλικά αγαθά και πλούτη. Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος για να ‘ναι ευτυχισμένος. Να μην πεινάει και να μην κρυώνει θέλει. Ένα πιάτο φαΐ κι ένα κεραμίδι για το κεφάλι του. Και μερικές ψυχούλες, ιδιαίτερα οι παιδικές, αγαλλιάζουν με κάτι φανταχτερό, έστω και φθηνό, έστω και περιττό… 


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Ελλάς, το μεγαλείο σου!



Το πρωί σού διώχνουν τους πελάτες οι λάθρο που μαζεύονται έξω από το μαγαζί σου και το βράδυ εκείνοι που κάνουν πορεία συμπαράστασης προς όσους σου έδιωχναν τους πελάτες το πρωί. 

Στη βουλή πλειοψηφούν συντριπτικά οι καπιτάλες κι απέξω τους φυλάνε οι κομμουνιστές. 

Οι φασίστες ιδρύουν γραφεία ευρέσεως εργασίας και οι κομμουνιστές απολύουν εργαζόμενους. 

Οι τράπεζες ληστεύουν τον λαό και ο λαός προστατεύει τις τράπεζες από τους ληστές. 

Τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων γίνονται αστυνομικοί και τα λουκουμόπαιδα αντιεξουσιαστές. 

Οι λαϊκές συνοικίες ψηφίζουν ακροδεξιά και τα προάστια ακροαριστερά. 

Τις διαδηλώσεις του λαού τις διαλύουν και οι εξουσιαστές και οι αντιεξουσιαστές. 

Αν έχεις αυτοκίνητο την έβαψες. Αν δεν στο πάρουν οι εξουσιαστές (τράπεζες, εφορία), θα στο κάψουν οι αντιεξουσιαστές. 

Η δωρεά οργάνων, η Τουρκική γλώσσα και η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτικές. Αυτό για τους ιθύνοντες είναι απαράδεκτο, οπότε σκέπτονται να καταργήσουν την τελευταία. 

Εκεί που έπεφταν κορμιά χορεύουν ξέκωλα αλλά κι εκεί που χορεύουν ξέκωλα πέφτουν κορμιά. 

Αν οποιαδήποτε μέρα του χρόνου σηκώσεις σημαία με αγκυλωτό σταυρό καίγεσαι στην πυρά ως νεοναζί. Αν σηκώσεις σημαία κράτους συνεργάτη των ναζί, ανήμερα της επετείου του πόλεμου κατά των ναζί, παίρνεις εύσημα επειδή προάγεις την φιλία των λαών. 

Οι μειώσεις αποδοχών είναι νόμιμες, με δικαστική απόφαση. Εξαιρούνται τα κέρδη των κερδοσκόπων, τα κλεμμένα από τα λαμόγια, τα bonus των golden boys, τα εισοδήματα των τοκογλύφων και οι μισθοί των δικαστών. 

Τα λαμόγια κρύβονται πίσω από τους νόμους και πίσω από τα λαμόγια κρύβονται οι νομοθέτες. 

Οι πινακίδες της τροχαίας που προστατεύουν τη ζωή σου και καθυστερούν την συνάντησή σου με το Θεό, έχουν καλυφθεί από συνθήματα όπως «Ο Θρύλος είναι η Ζωή μας» και «ΠΑΟ Θρησκεία». 

Όλοι πετάνε ό,τι σκουπίδια και απόβλητα θέλουν, όπου θέλουν και όποτε θέλουν, αλλά όταν απεργούν οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα τίθεται θέμα κινδύνου της υγείας των πολιτών. 

Από τις τρύπιες εξατμίσεις, τα κλαπατσίμπανα και τις γαϊδουροφωνάρες δεν κοιμάται κανείς, πλην των υπευθύνων για την εφαρμογή των νόμων περί «ηχορύπανσης» και «κοινής ησυχίας». 

Τηλεόραση, σόου-μπιζ και διαφήμιση πουλάνε σεξ και βία ανεξέλεγκτα, αλλά η κοινωνία κινδυνεύει από κάτι δυστυχισμένες ιερόδουλες με AIDS. 

Όλοι περνάνε με κόκκινο και κανείς δεν ανάβει φλας, αλλά αν γίνει σεισμός και πέσει κανένα κτίριο ο υπεύθυνος μηχανικός βγαίνει στη σέντρα για «ενδεχόμενο δόλο». 

Οι φοιτητές μάχονται για την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στα πανεπιστήμια, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να διακινούνται προϊόντα λαθρεμπορίου, ναρκωτικά και μολότοφ. 

Η ληστεία μετά φόνου είναι ρουτίνα. Η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως καθ’ υπέρβασιν των ορίων της νομίμου άμυνας είναι κάτι ανήκουστο που συγκλονίζει τους νομικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους. 

Να πω κι άλλα;