Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Γιατί σκότωσαν τον Σωκράτη.



Ο Σωκράτης δεν επιχείρησε μόνο να χτυπήσει το σύστημα (εκ των έσω). Eπιχείρησε να στρέψει ενάντια στο σύστημα τα ίδια τα όπλα του συστήματος! Ο Σωκράτης, μέλος του συστήματος, είχε ανακαλύψει ότι το σύστημα δεν διαθέτει αμυντικούς μηχανισμούς για τα ίδια του τα όπλα. Ο Σωκράτης είχε εντοπίσει «κενό ασφαλείας». Γι αυτό έπρεπε να πεθάνει…

Ο Σωκράτης Γκιόλιας ήξερε πολλά. Χρόνια στην πιάτσα, δίπλα στον Ταρζάν, είχε ράμματα για πολλών τις γούνες. Πολιτικών, επιχειρηματιών, αθλητών, τσάτσων, λαμόγιων κτλ. Ακόμη περισσότερα ήξερε για το δημοσιογραφικό σινάφι. Ποιος τα παίρνει από ποιον, ποιος παπαγαλίζει ποιον, ποιος τρώει από τα κόμματα και κυρίως ποιος είναι ο χαφιές (ορθότερα: ποιοι είναι οι χαφιέδες). Όλα αυτά όμως τα «μπουμπούκια», είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να τα ξεμπροστιάσει. Όλοι πλέον οι παράνομοι και οι πουλημένοι είναι επαγγελματίες. Ξέρουν να φυλάγονται. Δεν αφήνουν ίχνη κι αν τους ξεφύγει καμιά λεπτομέρεια, έχουν πιάσει τα πόστα: εκβιάζουν, δωροδοκούν ή απειλούν όσους κρατικούς λειτουργούς (αστυνομικούς, δικαστικούς) και δημοσιογράφους δεν είναι δικοί τους και τα ίχνη εξαφανίζονται. Γι αυτό μόνο λίγα «μικρά ψάρια» αποκαλύπτονται κι ακόμα λιγότερα τιμωρούνται.

Γνώριζε λοιπόν ο Σωκράτης (από τα μέσα), ότι το σύστημα δεν χτυπιέται με «αποκαλύψεις». Ακόμη κι αν συνταράξεις το πανελλήνιο με την αποκάλυψη ενός σκανδάλου και «κάψεις» τους πρωταγωνιστές του, το σύστημα ουδόλως βλάπτεται. Την ίδια ώρα λαμβάνουν χώρα χιλιάδες άλλα σκάνδαλα και χιλιάδες άλλοι πρωταγωνιστές δρουν ανενόχλητοι.

Επιχείρησε λοιπόν ο Σωκράτης κάτι αντισυμβατικό. Μέσα από το σύστημα, να διαμορφώσει συνειδήσεις. Υγιείς. Αγνές. Χρόνια στο κουρμπέτι, γνώριζε πολύ καλά ποιο είναι το ισχυρό όπλο του συστήματος: η πλύση εγκεφάλου, η αποβλάκωση, η προπαγάνδα. Γνώριζε άριστα ο Σωκράτης, την ψυχολογία του τηλεθεατή, του ακροατή, του αναγνώστη, του καταναλωτή εν τέλει: έλκεται από ό,τι δημιουργεί εντυπώσεις, από το ευτελές που διεγείρει τις αισθήσεις, το ελαφρό, το γρήγορο, το πικάντικο, το χαζοχαρούμενο. Γνώριζε επίσης ότι αυτό ακριβώς εκμεταλλεύεται η συστημική προπαγάνδα για να περάσει τα μηνύματά της. Μηνύματα καθεστωτικά, παγκοσμιοποιημένα, στην υπηρεσία της Νέας Τάξης. Σκέφτηκε λοιπόν να χρησιμοποιήσει αυτή την αδυναμία του κοσμάκη, προς όφελος του τελευταίου. Να χρησιμοποιήσει καλαμπόκι για να μαζέψει τις κότες, όπως όλοι, με σκοπό όμως, όταν οι κότες μαζευτούν, να τους περάσει μηνύματα δικά του, ώστε να πάψουν να είναι κότες.

Θρήσκος, δημοκράτης και πατριώτης, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη του διαδικτύου, έφτιαξε το «Τρωκτικό». Πετούσε «καλαμπόκι», δηλαδή σόου-μπιζ, κουτσομπολιό, καλλίγραμμες υπάρξεις, σκανδαλάκια, αξιοπερίεργα, ευτράπελα κτλ και μάζευε «κότες», δηλαδή νέους ανθρώπους, ευάλωτους, απογοητευμένους, απελπισμένους, πλανημένους.

Εκπαίδευσε και τους, επίσης νέους, διαχειριστές του ιστολογίου ανάλογα και…
Ανάμεσα στους «κράχτες» (σοφτ τσόντα, ξεμαλλιάσματα, ξεκατινιάσματα, ανέκδοτα κτλ) περνούσαν (και περνούν) αυτά:







Τολμούσε να κατακρίνει τους Τούρκικους τσαμπουκάδες και τις Σκοπιανές προκλήσεις, να στιγματίζει τη βεβήλωση σημαίας και ναών, να ενημερώνει για την εγκληματικότητα των αλλοδαπών, να αναπαράγει άρθρα από το «Ρεσάλτο», να φτύνει τους υποτιθέμενους τρομοκράτες κτλ. Μέσα στο συρφετό δηλαδή των «φτηνών» αναρτήσεων, εκεί που θα περίμενε κανείς να βρει μηνύματα αμοραλισμού, «πολιτικώς ορθά», αντεθνικά κτλ, περνούσαν μηνύματα δημοκρατικά, χριστιανικά, πατριωτικά. Προπαγάνδα μέσα από το σύστημα, μπούμερανγκ εναντίον του συστήματος, υπέρ πατρίδας και θρησκείας! Ευφυής σύλληψη, ευφυέστατη εκτέλεση.

Πάρα πολλοί, μεταξύ αυτών και ορισμένοι πρωτοκλασάτοι μπλόγκερς, σοβαροί τάχα, μετρημένοι και έγκυροι, κατ’ εμέ μασκαρεμένοι δεξιούληδες δήθεν σεμνότυφοι, και φυσικά η καθεστωτική δημοσιογραφία και οι αποσπασμένοι στο διαδίκτυο πράκτορες και κομματόσκυλοι, αλλά και απλοί έλληνες πατριώτες-δημοκράτες (μπλόγκερς και μη) είχαν «πυροβολήσει» το «χαμηλό επίπεδο» του «Τρωκτικού». Ο Γκιόλιας όμως ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Δεν ήταν τυχαίο το ότι ο «ασύδοτος ασίκης» κατά Βότση είχε χαρακτηρίσει το «Τρωκτικό» ακροδεξιό, ούτε το ότι στη νεκρολογία του Σωκράτη δήλωνε ότι «γελάει που με τη δολοφονία Γκιόλια ασχολείται το τμήμα Ανθρωποκτονιών», πεπεισμένος προφανώς ότι οι «επαναστάτες» φίλοι του ήταν που εκτέλεσαν το «φασιστάκι».

Κλείνω εδώ. Δεν ήταν σκοπός μου να ηρωοποιήσω το Σωκράτη Γκιόλια. Δεν θα το ‘θελε ούτε ο ίδιος. Για τις πολυτιμότατες υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα, τη δημοκρατία και το Χριστό, τον ευχαριστώ από καρδιάς και του εύχομαι καλό ταξίδι και καλήν αντάμωση.


Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Μη σώσετε και γαμηθείτε.



Κοινωνική ασφάλιση. Παραμυθάκι της Χαλιμάς.

Στον ΟΠΑΔ στην οδό Μακεδονίας, στο κέντρο της Αθήνας, αδιαχώρητο. Δυστυχισμένοι συνταξιούχοι (κυρίως) και εν ενεργεία φουκαράδες, που πληρώνουν επί δεκαετίες φόρους και εισφορές στο ξεσκισμένο ελληνικό κράτος και στα γαμημένα «ταμεία» του, συνωστίζονται (το πιάσατε το υπονοούμενο ε;) καθημερινά για να «θεωρήσουν» φάρμακα και εξετάσεις. Δεν είναι απλώς ταλαιπωρία, είναι προσπάθεια φυσικής εξόντωσής τους από πρόθεση. Πάρα πολλοί υπερήλικες και καρκινοπαθείς (και καρδιοπαθείς και νεφροπαθείς και… και…), επί ώρες στο όριο της κατάρρευσης, σε τριτοκοσμική αίθουσα που βρωμάει και όχι μόνο (εντάσεις, διαπληκτισμοί, αλαλούμ). Αν δεν πάνε οι ίδιοι πρέπει να «αγγαρέψουν» κάποιον με μεγαλύτερες αντοχές, ο οποίος όμως θα πρέπει να χάσει ένα μεροκάματο.

Αυτά γιατί; Για να περικόψει το χρεωκοπημένο δημόσιο «δαπάνες». «Έκοψε» τους ελεγκτές στην περιφέρεια! Τρομερή οικονομία! Υπολογίζω ότι έτσι εξοικονομεί σε ένα χρόνο, όσα κλέβει ένα και μόνο λαμόγιο σε μία και μόνη μέτρια κατάχρηση. Οι οποίοι ελεγκτές τι χρειάζονται; Για να εγκρίνουν αυτά που γράφουν οι συμβεβλημένοι γιατροί! Το μπουρδέλο δηλαδή (λέγε με ελληνικό δημόσιο) δεν εμπιστεύεται τους συνεργάτες του, τους βάζει χωροφύλακες και όοοολοι μαζί γαμάνε τον ασφαλισμένο!


Κι αν στρίψεις στη γωνία, ευτυχή αλλοδαπά καθάρματα περνάνε φίνα γαμώντας όλο τον ποινικό κώδικα, και τα γνωστά πρακτόρια με αφίσες πολυτελείας καλούν τους εποίκους σε εξέγερση, υπό την αιγίδα των τσατσάδων και των νταβατζήδων του μπουρδέλου (των τεσσάρων εξουσιών).

Στην Αγίου Κωνσταντίνου, στο κεντρικό φαρμακείο του ΙΚΑ (αυτό κι αν είναι ταμείο-γαμιάς, κλείνεις ραντεβού αγνή κόρη και εξετάζεσαι χήρα με τέσσερα παιδιά). Εκατοντάδες άνθρωποι στήνονται όρθιοι, έξω, χύμα στο πεζοδρόμιο, για να εξυπηρετηθούν. Για να τους δώσουν ό,τι δικαιούνται, αφού βέβαια τους πήραν πρώτα και τα σώβρακα, πρέπει να τους βγάλουν την πίστη ανάποδα.

Είκοσι (μετρημένα) μέτρα πιο κάτω, δυο μέτρα παλικάρια, αρσενικά και θηλυκά, Έλληνες νεολαίοι, εξαθλιωμένοι και εξαχρειωμένοι, παρακαλάνε έγχρωμα κτήνη για μια δόση. Και οι δύο αυτές όψεις βάσει σχεδίου. Του οποίου σύλληψη και εκτέλεση ανήκουν στην εξουσία (τσατσάδες και νταβατζήδες που έλεγα παραπάνω).

Στην Αχαρνών, στο 96, ανάπηροι στα καροτσάκια, χωρίς καμιά ελπίδα να ξαναπερπατήσουν, περνάνε και ξαναπερνάνε «επιτροπές» σε ένα κτίριο τρισάθλιο, προσβολή της δημόσιας αιδούς. (Κάποιος πρέπει να πει στους καρεκλοκένταυρους ξεφτίλες ότι μόνο ο Χριστός θεραπεύει τους παραλυτικούς και η Δευτέρα Παρουσία δεν ήρθε ακόμη. Όταν έρθει θα το μάθουν και τότε μπορούν να ξανακρίνουν τους παραπληγικούς, μήπως θεραπεύθηκαν). Γιατί; Για να πάρουν μηνιαίο επίδομα (δηλαδή ελεημοσύνη), όσα βγάζει η Αφρικανή πόρνη απέξω σε μια μέρα (αν «βάλει τα δυνατά της») ή ο Αφρικανός κλέφτης αυτοκινήτων στο δίπλα στενό, σε ένα λεπτό (αν πετύχει «καλή μπάζα»).

Το κοινωνικό κράτος του Γιωργάκη, του Αντρέα, της Μαριλίζας και του Μιχάλη. Διαχρονικό. Απαράλλαχτο μ’ εκείνο του Κωστάκη, της Φανής, του Δημήτρη και του Πάκη. Εξολόθρευση του νομοταγή-αδύνατου, επιβράβευση του συμμορίτη. Ηλικιωμένοι, άρρωστοι και ανάπηροι υπό διωγμό. Πρεζέμποροι, ληστές και φονιάδες στα πάνω τους.

Κοινωνική ασφάλιση. Παραμυθάκι της Χαλιμάς. Για να κοιμούνται τα προβατάκια. Και να αλωνίζουν οι λύκοι. Υγεία και Πρόνοια. Φανφάρες για κατανάλωση.

Χαράτσια σε μισθούς και συντάξεις πείνας για υπηρεσίες της συμφοράς και δίπλα τρωκτικά και γκάνγκστερς κάνουν τζίρο εκατομμυρίων. Σχιζοφρενική γραφειοκρατία καταδικάζει παιδάκια με λευχαιμία σε θάνατο και ταυτόχρονα το λαθρεμπόριο κάνει θραύση. Τραυματίες ξεματώνουν αβοήθητοι σε ράντζα, ενώ τα αιδοία των νονών γεννοβολάνε σε λουξ σουίτες. Αλλόφρονες φαρμακοποιοί κυνηγάνε πελάτες-ασθενείς κι όλοι μαζί συνοικιακά γιατρουδάκια, ώστε οι συνταγές εκτός από ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, ταχυδρομικούς κώδικες, τηλέφωνα, αριθμούς μητρώων, ΑΦΜ, έτη γεννήσεως και φύλα, να περιέχουν και δύο εντεκαψήφιους ΑΜΚΑ και παραπέρα βροντάνε Καλάσνικοφ. Για μια απλή επέμβαση πουλάς το σπίτι σου και ο μπράβος της γειτονιάς σου χτίζει βίλες στα προάστια. Δούλευε σκλαβάκι μέχρι τα βαθιά σου γεράματα, ώστε ο μαφιόζος στα τριάντα του να κάνει στράκες με κάμπριο και ξανθό σερνεικαράβι.

Λοιπόν εκτρώματα των τεσσάρων εξουσιών που ηδονίζεσθε να ξεζουμίζετε τον κοσμάκη και κυρίως εσείς οι εθνοπατέρες που ψηφίσατε το αντιασφαλιστικό αίσχος (και οι λοιποί που θα ψηφίζατε κάτι ανάλογο δικό σας αν κυβερνούσατε):
Μην παριστάνετε τους ηλίθιους. Είστε μοχθηροί και δόλιοι.

Θα σας έλεγα, σαδιστικά τέρατα, να πάτε να γαμηθείτε. Σκέφτηκα όμως ότι αυτό μόνο ξέρετε να κάνετε και αυτό κάνετε. Ολημερίς κι ολονυχτίς. Γαμιέστε. Και γουστάρετε. Οπότε η βρισιά μου δεν θα σας πειράξει. Γι αυτό θα σας καταραστώ:

Μη σώσετε και γαμηθείτε.

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Οι φτωχοί χαλάσανε. Αυτό είναι το παράπονό μου.



Πάνε κι οι φτωχοί. Χαλάσανε κι αυτοί.
Αυτό με «τρώει». Αυτό είναι το παράπονό μου.

Πλούσιοι υπήρχαν πάντα. Και νεόπλουτοι. Και τζάκια και αριστοκράτες και γαλαζοαίματοι και άλλα τέτοια παράσιτα. Προκλητικοί και σνομπ, αιμοσταγείς και ανάλγητοι, μακριά από το «λαουτζίκο» και τα βάσανά του, ματαιόδοξοι και συναισθηματικά ρηχοί. Ήταν σχετικά λίγοι, αλλά τώρα πληθύνανε. Δεν είναι όμως αυτό το πρόβλημά μου (μας).

Και φτωχοί υπήρχαν πάντα. Μη προνομιούχοι γενικότερα. Απλοί και έντιμοι οι περισσότεροι. Προτιμούσαν την αξιοπρέπεια από το χρήμα. Και δεν πουλούσαν την ψυχή τους για να τα οικονομήσουνε. Δουλεύανε σαν σκύλοι κι αν έπιαναν κανα φράγκο είχε καλώς. Ανάμεσά τους βέβαια υπήρχαν και μερικοί λιγότερο απλοί και τελικά καθόλου έντιμοι. Θέλανε να πλουτίσουν. Ποθούσανε τη χλιδή. Θα κάνανε τα πάντα για να «πιάσουν την καλή». Οι πρώτοι λιγοστέψανε επικίνδυνα (είναι είδος προς εξαφάνιση) και οι δεύτεροι πληθύνανε. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά μου (μας). Το ότι χαλάσανε οι φτωχοί.

Η πλειοψηφία τους θέλει πια να διαφθαρεί. Δεν τους ενδιαφέρει να έχουν το «κούτελο ψηλά», αλλά την τσέπη γεμάτη. Δεν τους νοιάζει να έχουν τη συνείδησή τους αναπαυμένη, αλλά να απαλλαγούν απ’ αυτή. Δεν έχουν σκοπό να κοιμούνται ήσυχοι τη νύχτα, αλλά να κερδίσουν εκατομμύρια, καρέκλες, ένα καλό πήδημα ή (γιατί όχι;) όλα μαζί.

Οι φτωχοί σαπίσανε. Έχω αποδείξεις.

Πάρτε για παράδειγμα κάτι που είχαν πάντα σαν «αποκούμπι». Τη μουσική. Την ελληνική λαϊκή μουσική. Που έφτιαχνε αριστουργήματα σαν κι αυτό:



Στη δεύτερη στροφή σκιρτώ:

«Αγαπώ τους φουκαράδες
που δεν έχουνε παράδες,
που δεν έχουνε μιά τρύπα για να μπουν.
Κάτι μίζερες ζωούλες,
λιανοτρέμουλες καρδούλες
που γυρεύουνε συγγνώμη που χτυπούν».

Ακούω το "Πιστεύω" μου σε ρυθμό εννέα ογδόων.

Τέτοια τραγούδια δεν γράφονται πια. Γιατί;

Ποιος να τα γράψει και ποιος να τα ακούσει;

Ποιος να τα γράψει ρε γαμώτο; Τα τσογλάνια οι σύγχρονοι «τραγουδοποιοί»; Οι λογοκλέπτες; Οι ατάλαντοι, γκλαμουράτοι, καλοζωισμένοι φλώροι; Ποιος να τα τραγουδήσει; Οι κακόφωνες, ζάμπλουτες, κοκαϊνομανείς πουτάνες; Ποιος να τα ακούσει; Το τσουλί που τρώει και τα 500 ευρώ που βγάζει η μάνα του πλένοντας σκάλες, για μαλλί, νύχι, κλάμπινγκ και κινητό; Ή ο εκκολαπτόμενος γιάπης που πατάει στα πτώματα των συναδέλφων του για να κάνει τα 700 μηνιαία ευρώ του 800; Και μη μου πείτε ότι αυτοί είναι εξαιρέσεις. Κανόνας είναι πια!

Ποιος να τα γράψει ρε πούστη μου και ποιος να τα ακούσει;

Παλιά τα τραγούδια γράφονταν από φτωχούς για φτωχούς. Τώρα γράφονται από μπάσταρδους για μπάσταρδους. Τι λένε τα σύγχρονα τραγούδια του κώλου; Τι θέμα έχουν; Με την εξαίρεση ελαχιστότατων περιπτώσεων καταγγελτικής (κυρίως ραπ ή ροκ) μουσικής, το θέμα είναι ένα: το σεξ! Ακόμα κι αν μιλάνε για έρωτα, αυτός είναι τόσο φτιασιδωμένος, τόσο ψεύτικος, τόσο σιλικονούχος που παραπέμπει σε τσόντα. Τα πρωτεία έχει βέβαια η νεοελληνική ποπ, αλλά και στο «λαϊκό» χαίρε βάθος… Λαϊκό τραγούδι σήμερα, ουσιαστικά δεν υφίσταται, αντικαταστάθηκε από τον κύριο Χάιντ, το σκυλάδικο, με κύριο θέμα το ίδιο. Έρωτας να ‘ούμ και κατ’ουσίαν πορνό. Όλο κάτι χιλιοειπωμένοι-τετριμμένοι στίχοι με μικρές παραλλαγές και πανομοιότυπες, συνήθως κλεμμένες μελωδίες. Εκεί που ακούμπαγε ο λαός, ο κοσμάκης παλιότερα, στηρίζεται σήμερα ο υπόκοσμος των εκφυλισμένων νεοελλήνων.

Ποια ήταν η θεματολογία του λαϊκού τραγουδιού παλιότερα; Έρωτας; Φυσικά! Αγνός σαν τους τότε ανθρώπους. Αλλά και φτώχεια. Ανέχεια. Ορφάνια. Ξενιτιά. Γειτονιά. Παρέα. Πατρίδα. Πίστη.

«Όποιος μεγάλωσε στα ξένα χέρια
Κι ήπιε το δάκρυ της ορφάνιας το πικρό…».

«Φτωχαδάκια και οι δυό μας
Μεροδούλι-μεροφάι
Ξεροσφύρι την περνάμε…».

«Γκρεμίζουν φτωχοκάλυβα και χτίζουνε παλάτια…».

Ποιος να τα γράψει τώρα αυτά και ποιος να τα ακούσει; Οι φτωχοί βρωμίσανε.
Αυτό με τρώει. Αυτό είναι το παράπονό μου…