Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοψήφισμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοψήφισμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Κυρία Πρόεδρε του Αρείου Πάγου δεν έχετε δικαίωμα να ομιλείτε εξ ονόματος του λαού.



Κυρίαν Βασιλικήν Θάνου 
Πρόεδρον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ενταύθα 

Εξοχοτάτη κυρία Πρόεδρε, 

αλγεινή εντύπωση μου προκάλεσε το περιεχόμενο της επιστολής σας προς τους ομολόγους σας των Ευρωπαϊκών χωρών, όπως αυτό δημοσιοποιήθηκε (από ποιον άραγε και γιατί;) στον ημερήσιο ηλεκτρονικό τύπο την 9η Ιουλίου 2015. Πλην των πάμπολλων ερωτημάτων που γεννά η σκοπιμότητά της (ερωτημάτων κρισίμων, χωρίς προφανείς απαντήσεις, τα οποία προς το παρόν παρακάμπτω) η προσπάθειά σας να ομιλήσετε εξ ονόματος του ελληνικού λαού και εμμέσως να τον καταστήσετε στο σύνολό του συνυπεύθυνο σε εγκληματικές πράξεις εις βάρος του (αποδοχή νέου μνημονίου), αποτελεί βάναυση προσβολή τόσο της νοημοσύνης του, όσο και του δημοκρατικού του φρονήματος. 

Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο σας απευθύνω την παρούσα είναι διττός: α) προς υπεράσπιση της Λογικής και της κριτικής σκέψης (τις οποίες σπουδάζω και κηρύττω επί δεκαετίες) και β) προς υποστήριξη του λαϊκού φρονήματος το οποίο διαστρεβλώνετε πλήρως. 

Σύμφωνα με την επιστολή σας «Το ερώτημα στο Ελληνικό δημοψήφισμα δεν ήταν η έξοδος από το ευρώ, όπως κατά τρόπο ανακριβή επέμεναν να υποστηρίζουν ορισμένοι εκ των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκών θεσμών αλλά και ορισμένοι από τους ευρωπαίους πολιτικούς, αλλά ήταν σαφώς η έγκριση ή όχι της πρότασης των θεσμών για νέα μέτρα λιτότητας, χωρίς ρύθμιση του ελληνικού χρέους και ο ελληνικός λαός σε ποσοστό 61,3% εψήφισε ΟΧΙ»

Η άποψή σας αυτή είναι αυθαίρετη, μη υποστηριζόμενη από αδιάσειστα στοιχεία και εν πολλοίς παραπλανητική. Ασφαλώς γνωρίζετε ότι οι εικασίες δεν αποτελούν αποδείξεις. 

Δεν γνωρίζω πώς καταλήξατε στο παραπάνω συμπέρασμα, αλλά όλα τα στοιχεία είναι εναντίον σας: 

1) όταν φθάνετε στο σημείο να επιχειρείτε ερμηνεία του ερωτήματος του δημοψηφίσματος και μάλιστα δια γραπτής «διακοίνωσης», ουσιαστικά ομολογείτε ότι το ερώτημα ήταν ή ασαφές (ανοικτό σε παρανοήσεις) ή αδύναμο (ευάλωτο σε νόθευση από κακόβουλους αναλυτές). Κάτι τέτοιο όμως είναι απαράδεκτο για ερώτημα δημοψηφίσματος. Συνεπώς η ύπαρξη και μόνο της επιστολής σας αρκεί για να ακυρώσει το περιεχόμενο και την επιχειρηματολογία της. 

2) εγκαλείτε εκπροσώπους των ευρωπαϊκών θεσμών και ευρωπαίους πολιτικούς για λανθασμένη ερμηνεία του ερωτήματος, λησμονώντας τόσο τις θέσεις τους όσο και τις προθέσεις τους. 

Επί του θέματος «παρερμηνεία», κατά την Λογική, δύο είναι τα ενδεχόμενα: 1) σκόπιμη παρερμηνεία (δόλος) 2) πλάνη (λόγω άγνοιας ή κακής εκτιμήσεως). Ασφαλώς η επιστολή σας απορρίπτει εκ προοιμίου την πρώτη περίπτωση (θα ήταν ανόητο να προσβάλλετε άνευ αποδείξεων ισχυρότατες διεθνείς προσωπικότητες και να κοινοποιείτε τη μομφή σε ανώτατους δικαστές συμπατριώτες των προσβαλλομένων). 

Όσον αφορά στη δεύτερη περίπτωση: Οι εγκαλούμενοι, κυρία Πρόεδρε, ήταν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι για να αποσαφηνίσουν το διακύβευμα του δημοψηφίσματος, λόγω θέσεως (θεσμικοί παράγοντες), ιδιότητας (τεχνοκράτες και πολιτικοί) και εμπειρίας (μετείχαν ή παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς τις διαπραγματεύσεις). Είναι τουλάχιστον αστείο να εγκαλούνται για πλάνη, εξ αποστάσεως, από άσχετο προς το πολιτικοοικονομικό αντικείμενο θεσμικό παράγοντα (δικαστικό λειτουργό την ελληνικής δημοκρατίας). Επίσης, οι άνθρωποι αυτοί, είχαν και έναν παραπάνω λόγο για να ομιλούν: μπορούσαν όχι μόνο να διαβλέψουν τις δυσμενείς συνέπειες ενός «όχι», αλλά και να τις επιβάλλουν! Μπορούσαν όχι μόνο να πιθανολογήσουν τη σημασία τού «όχι» αλλά και να την καθορίσουν! Αυτό βεβαίως δύναται να τους προσάψει άλλες κατηγορίες, αλλά τους αθωώνει πανηγυρικά από την κατηγορία που εσείς τους αποδίδετε. 

3) οι ενδεχομένως κακοήθεις ή πλανημένοι παράγοντες της ευρωπαϊκής ένωσης που εξέλαβαν το ερώτημα του δημοψηφίσματος ως ζήτημα παραμονής ή όχι στην ευρωζώνη δεν ήταν οι μόνοι. Είχαν μαζί τους ... ολόκληρο τον πλανήτη! Από τις χιλιάδες διεθνών ηγετών και θεσμικών παραγόντων, συλλογικοτήτων και διασημοτήτων (με την καλή έννοια), τον ελληνικό λαό (απευθείας ή μέσω της ελληνικής κυβερνήσεως) συνεχάρησαν για την αρνητική του απάντηση (στην οποία η κυβέρνηση τον είχε προτρέψει) σχετικά πολύ λίγοι. Το κοινό χαρακτηριστικό τους; Η ρητορική τους υπέρ της ρήξης, την οποία μάλιστα ορισμένοι εξ αυτών έχουν ήδη εφαρμόσει (ηγέτες κρατών της Λατινικής Αμερικής), ή προτίθενται να εφαρμόσουν (ευρωσκεπτικιστές και αντιευρωπαϊστές Ευρωπαίοι κλπ). Ο συλλογισμός είναι απλούστατος και έγκυρος: ως ρήξη ερμήνευσε η υφήλιος το «όχι», οι θιασώτες της ρήξης και μόνο πανηγύρισαν. Αν η μαστιζόμενη από τη λιτότητα διεθνής κοινότητα είχε εκλάβει το «όχι» ως απλή εναντίωση στη λιτότητα, τα συγχαρητήρια θα έπρεπε να ήταν περισσότερα, δεν νομίζετε; 

4) ως μοναδικό στοιχείο προς επίρρωση της απόψεώς σας παρουσιάζετε τις δηλώσεις τού έλληνα πρωθυπουργού ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου (γράφετε επί λέξει: «τη θέση του ελληνικού λαού για παραμονή στην Ευρωζώνη διαβεβαίωσε και ο Έλληνας πρωθυπουργός στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο...»). Λυπάμαι, αλλά ο «μάρτυρας» που επικαλείσθε είναι παντελώς αναξιόπιστος. Εκτός του ότι διαθέτει πλούσιο και βεβαρημένο μητρώο (ψεύδη όπως τα περί καταργήσεως των μνημονίων, υπαναχωρήσεις όπως τα περί αποκρατικοποιήσεων, υπεκφυγές όπως τα περί ονοματοδοσίας της τρόικας) είναι αυτός και οι συνεργάτες του οι οποίοι καθιέρωσαν την «δημιουργική ασάφεια» ως εργαλείο των διαπραγματεύσεων. Ουδείς λογικός άνθρωπος μπορεί να πειστεί ότι οι ειδήμονες στην ασάφεια, αίφνης προκήρυξαν ένα δημοψήφισμα με σαφές ερώτημα. 

5) Υπό την σημαία τού «όχι» συνετάχθησαν έλληνες πολίτες διαφόρων πολιτικών πεποιθήσεων και ιδεολογιών. Πολλοί εξ αυτών (ενδεικτικά αναφέρω: αριστερή πλατφόρμα και κομμουνιστικής απόχρωσης συνιστώσες του κυβερνώντος κόμματος, εθνικιστικό κόμμα Χρυσή Αυγή, ακροαριστερό κόμμα ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αριστερό κόμμα ΕΠΑΜ, μικρότερα κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, συλλογικότητες, φόρα και μεμονωμένοι ακτιβιστές) τάχθηκαν σαφώς και δημοσίως υπέρ ενός «όχι» ρήξης και κινηματικού χαρακτήρα, παραδεχόμενοι ευθέως και απεριφράστως (πλην των φιλοκυβερνητικών) την ασάφεια του ερωτήματος του δημοψηφίσματος. 

Ο ακριβής αριθμός των πολιτών αυτών δεν μπορεί να καθοριστεί επακριβώς (υποκειμενική μου άποψη είναι ότι επρόκειτο για την πλειοψηφία), η γνώμη του όμως πρέπει να γίνει σεβαστή και η απόπειρα να προσμετρηθεί στο χλιαρό (και ανόητο) «όχι στη λιτότητα» ισοδυναμεί με επιχείρηση νοθείας. 

Όσον αφορά στην ασάφεια του ερωτήματος του δημοψηφίσματος, στον παραπάνω ικανό αριθμό πολιτών πρέπει να προστεθεί και εξίσου ικανός αριθμός απεχόντων αλλά και ψηφισάντων «ναι» οι οποίοι δια των συλλογικών τους φορέων αλλά και μεμονωμένα, κατέκλυσαν τα ΜΜΕ και τα κοινωνικά δίκτυα με τις γνώμες-μαρτυρίες τους. Πάμπολλοι από τους συμπολίτες μας αυτούς, υγιείς και σκεπτόμενοι, ασπάστηκαν πλήρως την άποψη ότι το «όχι» εσήμαινε ρήξη, διότι αφενός μεν το εδήλωσαν ρητώς, αφετέρου δε συνέδεσαν την απόφασή τους (αποχή ή υπερψήφιση) με αυτό το δεδομένο. 

Σε κάθε περίπτωση, πολλοί ψηφοφόροι (αν όχι η πλειοψηφία αυτών) και των τριών επιλογών («ναι», «όχι», αποχή), άσκησαν ή δεν άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα με την απολύτως δικαιολογημένη πεποίθηση ότι «όχι» ισοδυναμούσε με διάρρηξη των σχέσεών μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πεποίθηση που απέρρεε από τις βαρυσήμαντες (έστω και απειλητικές) δηλώσεις πολυάριθμων ιθυνόντων όσο και από στοιχειώδη λογική ανάλυση από μέρους των ιδίων των πολιτών. Όποιος λοιπόν ισχυρίζεται αυθαίρετα ότι το τμήμα αυτό του ελληνικού λαού απλώς δεν υφίσταται, αγνοώντας την εκπεφρασμένη γνώμη του και αλλοιώνοντας το νόημα της ψήφου του είναι απαράδεκτος. 

Για τους παραπάνω λόγους, επειδή δηλαδή επιχειρήσατε άνευ επιχειρημάτων και ερήμην της Λογικής να υποκαταστήσετε την σαφώς δεδηλωμένη βούληση μέρους (ενδεχομένως της πλειοψηφίας) του ελληνικού λαού, προσβάλλοντας ταυτόχρονα την νοημοσύνη του, διαμαρτύρομαι εντόνως και σας καλώ να απέχετε στο μέλλον από παρόμοιες ενέργειες, για το καλό της Δημοκρατίας. 


Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Δημοψήφισμα-παγίδα από αλλοπρόσαλλη κυβέρνηση αγνώστων προθέσεων. Απέχω.



Το ερώτημα του δημοψηφίσματος, παρόλο που μπορεί να απαντηθεί με «ναι» ή «όχι», αφορά σε υποπερίπτωση της υποπεριπτώσεως (μία μόνο πρόταση, ενός μόνο οικονομικού σχεδίου διάσωσης, από τις πάμπολλες δυνατές παραλλαγές ενός πολυπλοκότατου συστήματος βασισμένου στο χρέος), η οποία δεν αφορά σε μείζον εθνικό θέμα. Αντιθέτως, οι συνέπειες της απαντήσεως, όποια και αν είναι αυτή («ναι» ή «όχι») αφορούν σαφώς σε μείζονα εθνικά θέματα (η ΕΕ δεν είναι πλέον αμιγώς οικονομική ένωση, συνεπώς τόσο η παραμονή μας υπό αντεθνικές πολιτικές ντιρεκτίβες, όσο και η πιθανή έξοδός μας μπορούν να προκαλέσουν περισσότερα του ενός μείζονα εθνικά και πολιτικά ζητήματα), τα οποία όμως είναι απρόβλεπτα και καμία εγγύηση δεν μπορούμε να έχουμε ούτε για την εμφάνισή τους ούτε για την εξέλιξή τους. Το βαθύτερο ερώτημα δηλαδή του δημοψηφίσματος δεν είναι σαφές και, ακόμη χειρότερα, η αποσαφήνισή του όχι μόνο δεν επιχειρείται από την ούτως ή άλλως αναξιόπιστη ελληνική κυβέρνηση, αλλά μάλλον εξαρτάται από την αντίδραση των ξένων κυβερνήσεων και των διεθνών τραπεζιτών. Με άλλα λόγια, το ερώτημα του δημοψηφίσματος μπορεί να φαίνεται, αλλά δεν είναι «τελικό» και κατά συνέπεια το δημοψήφισμα που στηρίζεται σε τέτοιο ερώτημα συνιστά παγίδα. 

Αν μάλιστα συνυπολογιστούν: 
α) τα ψεύδη, οι υπαναχωρήσεις και οι ασάφειες της κυβέρνησης που το προτείνει (στους 5 μήνες που κυβερνά συνέδραμε μόνο τους αιώνιους φοιτητές, τους λαθρομετανάστες και τους ποινικούς κατάδικους) 
β) το γεγονός ότι προτείνει απάντηση («όχι») στους ψηφοφόρους, καλυπτόμενη πίσω από ψευδοσυναισθηματικές και ψευδοπατριωτικές κορώνες, ενώ η ίδια είχε υποβάλλει πρόταση παραπλήσια με αυτήν που υποτίθεται ότι απορρίπτει μετά βδελυγμίας και ενώ τα φερέφωνά της μας βομβάρδιζαν και μας βομβαρδίζουν με δημοσκοπήσεις όπου οι ψηφοφόροι τάσσονταν και τάσσονται αναφανδόν υπέρ της κυβέρνησης (του «όχι») με εντολή να φέρει από τας Ευρώπας τη συμφωνία (του «ναι»)! 
γ) οι αξιοπερίεργες δηλώσεις στελεχών της ότι η πρόταση για «όχι» θα μεταβληθεί σε πρόταση για «ναι» αν οι «κακοί» δανειστές υπαναχωρήσουν, οπότε το «όχι» αναλόγως των εξελίξεων και μέχρι την 5η Ιουλίου δεν είναι καθόλου βέβαιο (μπορεί να είναι «όχι», «όχι και τόσο όχι», «καθόλου όχι»). 
δ) η θέση του Προέδρου Πάκη τον οποίον η κυβέρνηση εγκατέστησε στο Προεδρικό Μέγαρο (θυμίζω ότι οι εκλογές έγιναν ώστε να προκύψει βουλή που θα εξέλεγε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και για κανέναν άλλο λόγο) κινδυνεύει, αν προκριθεί το αδιανόητο γι αυτόν ενδεχόμενο, το οποίο όμως είναι πιθανό μετά την πρόταση της ίδιας κυβέρνησης για «όχι» 
τότε η παγίδα είναι μεγάλη και βαθιά (για ελέφαντες). 

Ενδεχομένως πρόκειται για διαπραγματευτικό όπλο μιας σοσιαλδημοκρατικής (δηλαδή καπιταλιστικής και όχι πραγματικά αριστερής) κυβέρνησης ερασιτεχνών, στο οποίο χρησιμοποιεί τον λαό ως «στρατό» εν αγνοία του, προκειμένου να εδραιωθεί στα διεθνή κλαμπς, μιας υποτιθέμενης (και ανύπαρκτης) στοργικής συνιστώσας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. 

Σε κάθε περίπτωση, η πιθανότητα να ψηφίσω «όχι» για τους (άγνωστους εν πολλοίς) λόγους που το προτείνει ο Α. Τσίπρας, «όχι» θολό, που μπορεί να σημαίνει «όχι στην λιτότητα, αλλά στείλτε άφθονα δανεικά να ζούμε σαν παράσιτα», «όχι» που μπορεί να μην σημαίνει «έξω από την ΕΕ» αλλά «όχι» γενικώς και αορίστως κι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε, απορρίπτεται. Την έγερση του Έθνους υπό Τσίπρα, Βαρουφάκη, Κοτζιά, Χριστοδουλοπούλου και Παρασκευόπουλο, την οποία διατυμπανίζουν σύσσωμα τα «πατριωτικά» ιστολόγια, μόνο ως μαύρο χιούμορ μπορώ να την εκλάβω. 

Η πιθανότητα να ψηφίσω «όχι» εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία που μου δίνει μια κυβέρνηση που πιθανώς δεν θέλει πραγματικά ρήξη, προκειμένου να προκληθεί μεγάλου μεγέθους αναστάτωση που θα δημιουργήσει συνθήκες «κινήματος» (Θύμιος Παπανικολάου και άλλοι υγιών προθέσεων αριστεροί πατριώτες), αν και ελκυστική δεν με καλύπτει. Δεν θα υποστηρίξω ότι δεν γουστάρω να κάνω μάγκες τους τζάμπα-μάγκες (αν και είναι αλήθεια· πολλοί ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ με την ελπίδα να τα θαλασσώσει, ωστόσο η θάλασσα απεδείχθη ωκεανός χωρίς τέλος), και θα επιμείνω ότι ένα δημοψήφισμα-οπερέτα από μια αλλοπρόσαλλη κυβέρνηση αγνώστων προθέσεων, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να το ανακαλέσει, να του αλλάξει προϋποθέσεις ή να αλλοιώσει την έννοια του «όχι» κατά πώς την συμφέρει, που δέχεται ακόμη και να συζητήσει για αντιλαϊκές πολιτικές με εξωθεσμικούς παράγοντες και αλλοδαπούς τραπεζίτες και που ενδεχομένως να με (μας) χρησιμοποιήσει ως όχημα με άγνωστο φορτίο και προορισμό, δεν προσφέρεται για έναρξη κινήματος. 

Επίσης: 

Η ψήφος, θεωρητικά τουλάχιστον, πρέπει να αποσκοπεί στην προάσπιση του κοινού συμφέροντος και όχι στο προσωπικό συμφέρον του ψηφοφόρου, δηλαδή πρέπει κανείς να ψηφίζει αυτό που νομίζει ότι θα κάνει καλό στο σύνολο και όχι στον εαυτό του. Δεδομένου ότι οι συμπολίτες μου ξέμαθαν να εργάζονται (άλλοι καθ’ έξιν, ξύνοντας τους αδένες τους και κατασπαταλώντας δανεικό ΕΟΚικο χρήμα και άλλοι – οι περισότεροι δυστυχώς – κατ’ ανάγκην, μένοντας άνεργοι επί σειρά ετών λόγω διακοπής των ψιχίων του δανεικού ΕΟΚικου χρήματος που κατέληγαν σε αυτούς), αμφιβάλλω (επιτρέψτε μου) για το κατά πόσον μπορούν να επιζήσουν εκτός ΕΕ και δανεικού (έστω και με το σταγονόμετρο) χρήματος και να στηριχτούν στην σκληρή δουλειά τους στο πλαίσιο ανεξάρτητης και εκ του μηδενός εθνικής οικονομικής ανασυγκρότησης ενός ρημαγμένου κράτους, οπότε θα πρέπει να ψηφίσω «ναι» στο δημοψήφισμα διότι στην αντίθετη περίπτωση τους καταδικάζω σε βέβαιη ανέχεια. 

Φυσικά, για καθαρά ιδεολογικούς λόγους, αδυνατώ να ψηφίσω «ναι» διότι έτσι συμπαρατάσσομαι με το σύνολο των διεθνών τοκογλύφων και των εγχωρίων λαμόγιων και ηλιθίων. Δεν ανταλλάσσω τη συνταξούλα μου με την πατρίδα. Τέλος. 

Λυπάμαι, το δημοψήφισμα–παγίδα, σε ότι με αφορά οδηγεί σε αδιέξοδο. Αποφάσισα να απέχω. 

Υ.Γ 1 Σε όσους ψηφίσετε «όχι» για καθαρά εθνικούς λόγους: συμπαρίσταμαι, αλλά ... κάντε και την προσευχή σας... 

Υ.Γ 2 Το Οργουελικό σενάριο «παίζει» μέχρι την τελευταία στιγμή